Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

détériorer στα ελληνικά
détériorer
λέγεται
ντετεριορέ
.
détériorer
σημαίνει στα ελληνικά
φθείρω / επιδεινώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- casse / dégât : ζημιές
- détérioré : φθαρμένος
- végétation détériorée : διαταραγμένη βλάστηση / κατεστραμένη βλάστηση
- composant/système détérioré : φθαρμένο κατασκευαστικό στοιχείο/σύστημα
- catalyseur de remplacement détérioré : υποβαθμισμένος καταλυτικός μετατροπέας αντικατάστασης
Subscribe
0 Comments


