Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

devenir στα ελληνικά
devenir
λέγεται
ντεβνίρ
.
devenir
σημαίνει στα ελληνικά
γίνομαι / καταντάω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- échoir / devenir exigible : λήγει / καθίσταται πληρωτέα
- R30 / peut devenir facilement inflammable pendant l'utilisation : Ρ30 / κατά τη χρήση γίνεται λίαν εύφλεκτο
- devenir caduc : καθίσταμαι άκυρος
- animal féral / animal devenu sauvage : άγριο ζώο
- devenir cohérent : συγκολλώ
- devenir critique : φθάνω σε κατάσταση κρισιμότητος
- sourd postlingual / personne devenue sourde : μεταγλωσσικός κωφός / άτομο με μεταγλωσσική κώφωση
- devenir marécageux / se transformer en marais : γίνομαι βαλτώδης / καθίσταμαι ελώδης
- devenir de polluant / évolution des polluants : εξέλιξη των ρύπων
Subscribe
0 Comments


