Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dévisser στα ελληνικά
dévisser
λέγεται
ντεβισέ
.
dévisser
σημαίνει στα ελληνικά
ξεβιδώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- bague couronne à dévisser : Στόμιο φιάλης κράουν με ξεβίδωμα
Subscribe
0 Comments


