Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

difficile στα ελληνικά
difficile
λέγεται
ντιφισίλ
.
difficile
σημαίνει στα ελληνικά
δύσκολος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- zone difficile : δύσκολη ζώνη
- ligne difficile / ligne à mauvais tracé : γραμμή κακής χάραξης / γραμμή με δύσκολη χάραξη
- contact difficile : δυσχέρεια επικοινωνίας
- d'accès difficile : δύσκολης προσπελάσεως
- dentition difficile : δύσκολη οδοντοφυία / επώδυνη οδοντοφυία
- respiration difficile : κοπιαστική αναπνοή
- difficile à gouverner : δύσκολο να κυβερνηθεί
- difficile à engraisser / mauvais transformateur : κακής θρεπτικής μετατρεψιμότητας
- actif difficile à vendre : περιουσιακό στοιχείο που είναι δύσκολο να πωληθεί
- zone rurale en difficulté / zone rurale en situation difficile : αγροτική περιοχή που αντιμετωπίζει δυσκολίες
Subscribe
0 Comments


