Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

diminuer στα ελληνικά
diminuer
λέγεται
ντιμινυέ
.
diminuer
σημαίνει στα ελληνικά
μειώνω / λιγοστεύω / μικραίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- diminuer / diminution : μείωση
- diminuer / décrémenter : μείωση
- minus habens / débile mental : άτομο με νοητική υστέρηση / άτομο με διανοητική αναπηρία
- tricot diminué / tricot façonné : μισό πλεκτό
- maille diminuée : στενή θηλειά / μικρότερη θηλειά
- diminuer de voile : μαζεύω μερικά από τα ιστία / μαζεύω μερικά από τα πανιά
- diminuant la pléthore : αντιπληθωρικός
- coût moins amortissement / coût d'acquisition diminué de l'amortissement : κόστος μείον αποσβέσεις
- personne âgée en état diminué : ηλικιωμένο άτομο σε κατάσταση απορίας
- capacité de jugement diminuée / capacité de jugement affaiblie : μείωση της ικανότητας κρίσεως / ελάττωση της ικανότητας κρίσεως
Subscribe
0 Comments


