Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

diminuer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
diminuer
λέγεται
ντιμινυέ
.
diminuer
σημαίνει στα ελληνικά
μειώνω / λιγοστεύω / μικραίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • diminuer / diminution : μείωση
  • diminuer / décrémenter : μείωση
  • minus habens / débile mental : άτομο με νοητική υστέρηση / άτομο με διανοητική αναπηρία
  • tricot diminué / tricot façonné : μισό πλεκτό
  • maille diminuée : στενή θηλειά / μικρότερη θηλειά
  • diminuer de voile : μαζεύω μερικά από τα ιστία / μαζεύω μερικά από τα πανιά
  • diminuant la pléthore : αντιπληθωρικός
  • coût moins amortissement / coût d'acquisition diminué de l'amortissement : κόστος μείον αποσβέσεις
  • personne âgée en état diminué : ηλικιωμένο άτομο σε κατάσταση απορίας
  • capacité de jugement diminuée / capacité de jugement affaiblie : μείωση της ικανότητας κρίσεως / ελάττωση της ικανότητας κρίσεως

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments