Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dissection στα ελληνικά
dissection
λέγεται
ντισεξιόν
.
dissection
σημαίνει στα ελληνικά
εκτομή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dissection : ανατομή
- clamp à dissection : σφιγκτήρας διαχωρισμού
- ciseaux à dissection : ψαλίδι ανατομίας
- aiguille à dissection : βελόνη ανατομίας
- dissection extra-crânienne : εξωκρανιακός διαχωρισμός
- dissection artérielle aiguë : οξύς αρτηριακός διαχωρισμός
- analyse des distributions hétérogènes / dissection des distributions hétérogènes : αποσύνθεση ετερογενών κατανομών
Subscribe
0 Comments


