Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dissident στα ελληνικά
dissident
λέγεται
ντισιντάν
.
dissident
σημαίνει στα ελληνικά
αντικαθεστωτικός / αντιφρονών
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dissident : αντιφρονών / πολιτικός αντιφρονών
- groupe dissident : διάσπαση ομάδας
- Marche des dissidents : πορεία των αντιφρονούντων
- principe de publication obligatoire de l’opinion dissidente : αρχή της υποχρεωτικής δημοσίευσης της γνώμης της μειοψηφίας
Subscribe
0 Comments


