Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dissimuler στα ελληνικά
dissimuler
λέγεται
ντισιμυλέ
.
dissimuler
σημαίνει στα ελληνικά
αποκρύβω / κρύβω / προσποιούμαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- travail dissimulé : αδήλωτη εργασία
- distribution occulte / distribution dissimulée de bénéfices : αφανή πλεονεκτήματα / αφανής διανομή κερδών
- installation visible / tuyauterie en élévation : εξωτερικές σωληνώσεις
- dissimuler de la matière imposable : αποκρύπτω τη φορολογητέα ύλη
- manquement d'un témoin ou expert ayant dissimulé ou contrefait la réalité des faits : παράβαση μάρτυρα ή πραγματογνώμονα ο οποίος αποκρύπτει ή παραποιεί τα πραγματικά γεγονότα
Subscribe
0 Comments


