Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

dissiper στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
dissiper
λέγεται
ντισιπέ
.
dissiper
σημαίνει στα ελληνικά
διαλύω / δεν προσέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • évacuer / dissiper : απάγω / εκκενώνω
  • chaleur dissipée : θερμική απώλεια
  • puissance dissipée : διασπορά ισχύος
  • le brouillard se lève / le brouillard se dissipe : η ομίχλη διαλύεται
  • puissance dissipée au collecteur : κατανάλωση συλλέκτη / ισχύς απωλειών συλλέκτη
  • puissance dissipée au collecteur : μέγιστη κατανάλωση συλλέκτη / ονομαστική κατανάλωση συλλέκτη
  • puissance dissipée totale permise : απόδοση ισχύος / απόδοση συνολικής επιτρεπόμενης ισχύος
  • puissance dissipée dans la charge terminale : απώλεια ενέργειας σε τερματικό φορτίο
  • relation entre la puissance dissipée et le temps de montée : σχέση κατανάλωση ισχύος/χρόνος ανυψώσεως παλμού

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments