Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dissiper στα ελληνικά
dissiper
λέγεται
ντισιπέ
.
dissiper
σημαίνει στα ελληνικά
διαλύω / δεν προσέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- évacuer / dissiper : απάγω / εκκενώνω
- chaleur dissipée : θερμική απώλεια
- puissance dissipée : διασπορά ισχύος
- le brouillard se lève / le brouillard se dissipe : η ομίχλη διαλύεται
- puissance dissipée au collecteur : κατανάλωση συλλέκτη / ισχύς απωλειών συλλέκτη
- puissance dissipée au collecteur : μέγιστη κατανάλωση συλλέκτη / ονομαστική κατανάλωση συλλέκτη
- puissance dissipée totale permise : απόδοση ισχύος / απόδοση συνολικής επιτρεπόμενης ισχύος
- puissance dissipée dans la charge terminale : απώλεια ενέργειας σε τερματικό φορτίο
- relation entre la puissance dissipée et le temps de montée : σχέση κατανάλωση ισχύος/χρόνος ανυψώσεως παλμού
Subscribe
0 Comments


