Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dissoudre στα ελληνικά
dissoudre
λέγεται
ντισούντρ
.
dissoudre
σημαίνει στα ελληνικά
διαλύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- solvant / dissolvant : διαλύτης
- gaz dissous : διαλελυμένο αέριο
- liquidation / mise en liquidation : εκκαθάριση
- fer dissous : διαλυμένος σίδηρος
- air dissous : διαλυμένος αέρας
- soluté / corps dissous : διαλυμένη ουσία
- aéroflottation / flottation à air dissous : επίπλευση με διαλυμένο αέρα
- O.D. / oxygène dissous : DO / διαλελυμένο οξυγόνο
- COD / carbone organique dissous : DOC / διαλυμένος οργανικός άνθρακας
- carbone dissous : διαλυμένος άνθρακας
Subscribe
0 Comments


