Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

don στα ελληνικά
don
λέγεται
ντον
.
don
σημαίνει στα ελληνικά
δωρεά / χάρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- DON / vomitoxine : DON / δεσοξυνιβαλενόλη
- don : βοήθεια
- don : δωρεά
- don / talent : ταλέντο / χάρισμα
- don / libéralité : δωρεά / δώρο
- Donax / cébettes : DON / κοχύλι
- élément don / élément de libéralité : στοιχείο δωρεάς
- don de sang : αιμοδοσία
- élément don / élément concessionnel : παραχορητικό στοιχείο
Subscribe
0 Comments


