Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

dortoir στα ελληνικά
dortoir
λέγεται
ντορτουάρ
.
dortoir
σημαίνει στα ελληνικά
κοιτώνας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- dortoir : κοιτώνας
- commune dortoir / commune foraine : κοινότητα καθημερινώς μετακινουμένων προς το χώρο εργασίας τους
- voiture-dortoir : κλινάμαξα προσωπικού συνεργείων
- dortoir des agents de train : κοιτώνας σιδηροδρομικών υπαλλήλων
Subscribe
0 Comments


