Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

doter στα ελληνικά
doter
λέγεται
ντοτέ
.
doter
σημαίνει στα ελληνικά
προικίζω / εξοπλίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ENDAN / Etats non dotés d'armes nucléaires : κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- ENDAN / Etat dénucléarisé : κράτος που δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα
- ENDAN / pays non dotés d'armes nucléaires : κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- EDAN / État doté d'armes nucléaires : κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- EDAN / Etat doté d'armes nucléaires : κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- EDAN / Etat doté d'armements nucléaires : EDAN / κράτος που διαθέτει πυρηνικούς εξοπλισμούς
- organisme dépourvu de la personnalité juridique / organisme non doté de la personnalité juridique : ένωση
- Etats dotés d'armes nucléaires : κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- état non doté d'armes nucléaires : κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα
- être doté de l'autonomie financière : έχει οικονομική αυτονομία
Subscribe
0 Comments


