Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ébranlement στα ελληνικά
ébranlement
λέγεται
εμπρανλμάν
.
ébranlement
σημαίνει στα ελληνικά
κλονισμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ébranlement du crédit du débiteur : κλονισμός της πίστεως του οφειλέτη
- poussée d'ébranlement d'un embâcle : Shove
Subscribe
0 Comments


