Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

écaille στα ελληνικά
écaille
λέγεται
εκάιγ
.
écaille
σημαίνει στα ελληνικά
λέπι / τσόφλι / ξέφτισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écaille : λέπι
- écaille / arctiidé : αρκτιίδες
- écaille / calamine : λέπια
- écaille : ύλη από όστρακο
- écaille : πελεκούδι / λέπι ξύλου
- écaille : λέπυρο
- écaille / couche d'oxyde : στρώμα οξειδίου δημιουργούμενο σε υψηλή θερμοκρασία
- écaille : κέλυφος
- écaillé : απολεπίδωση / ξεφλούδισμα
- guinées / grandes écailles : ταρπόνια
Subscribe
0 Comments


