Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

échouer στα ελληνικά
échouer
λέγεται
εσουέ
.
échouer
σημαίνει στα ελληνικά
προσαράζω / αποτυγχάνω / αράζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- échouer : προσαράσσω
- échoué : προσαραγμένο / καθισμένο(κν.)
- être amorti / être échoué : είμαι προσαραγμένος / είμαι προσαιγιαλωμένος
- glace échouée : προσαραγμένος πάγος
- coûts échoués : λανθάνον κόστος
- hummock échoué : προσαραγμένη ράχη πάγου
- caisson perdu échoué : ενσωματούμενος στεγανοθάλαμος
- échouer une embarcation : προσαιγιάλωση σωστικών μέσων
- champ d'icebergs échoués : γλώσσα παγόβουνων
- renflouement d'un navire échoué : επανάπλευση προσαραγμένου πλοίου
Subscribe
0 Comments


