Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

écrou στα ελληνικά
écrou
λέγεται
εκρού
.
écrou
σημαίνει στα ελληνικά
παξιμάδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écrou : παξιμάδι / περικόχλιο
- clé / clef : κλειδί σύσφιξης
- boulon / boulon avec écrou : μπουλόνι / κοχλίας-περικόχλιο
- écrou à oreilles / papillon : πεταλούδα / πτερυγοφόρο περικόχλιο
- vis / vis à tête manoeuvrée : κοχλίας
- taraudage / filet d'écrou : εσωτερικό σπείρωμα / σπείρωμα περικοχλίου
- écrou HKL / écrou haut à créneaux : εξαγωνικό περικόχλιο ασφάλειας
- demi-écrou : μισό παξιμάδι / κόντρα παξιμάδι με μικρό ύψος
- écrou rond / écrou circulaire : στρογγυλό περικόχλιο
- écrou fixe : μικρομετρικός κοχλίας
Subscribe
0 Comments


