Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

écume στα ελληνικά
écume
λέγεται
εκύμ
.
écume
σημαίνει στα ελληνικά
αφρός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écume / mousse : αφρός
- écume / crasse : σκουριά / ακαθαρσία
- écume / mousse : αφρός / εξάφρισμα
- écumes : Ρινίσματα
- écumer : εξαφρίζω / αφαιρώ τη σκωρία
- écumer : ξαφρίζω
- embruns / trainées d'écume : λεπτές ψεκάδες κύματος
- anti-écume : αντιαφριστικό
- écume de zinc : αφρός ψευδαργύρου
- écumes de flux : αφρός από ευτηκτικό / εξάφριση ευτηκτικού
Subscribe
0 Comments


