Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

édifice στα ελληνικά
édifice
λέγεται
εντιφίς
.
édifice
σημαίνει στα ελληνικά
οικοδόμημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- édifices publics / édifice gouvernemental : κυβερνητικό κτήριο (μέγαρο / κυβερνητικό κτήριο (μέγαρο)
- édifice chrétien : χριστιανικός ναός
- réflecteur pour l'illumination des édifices : ανταυγαστήρας για τη φωταγώγηση κτιρίων
Subscribe
0 Comments


