Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

effet στα ελληνικά
effet
λέγεται
εφέ
.
effet
σημαίνει στα ελληνικά
φαινόμενο / επίδραση / αποτέλεσμα / en effet πράγματι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- effet : παράμετρος
- effet : συνέπειες / επιπτώσεις
- effet : επιπτώσεις/αποτελέσματα
- effet : αποτέλεσμα
- LOAEC / concentration minimale avec effet nocif observé : LOAEC / κατώτατη συγκέντρωση στην οποία παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις
- LOAEL / dose minimale avec effet nocif observé : LOAEL / κατώτατο επίπεδο στο οποίο παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις
- NOAEC / concentration sans effet nocif observé : NOAEC / συγκέντρωση στην οποία δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις
- NOAEL / dose sans effet nocif observé : NOAEL / επίπεδο μη παρατήρησης δυσμενών επιδράσεων
- puits / espèce puits : καταβόθρα / καταβόθρα αερίων θερμοκηπίου
Subscribe
0 Comments


