Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

élu στα ελληνικά
élu
λέγεται
ελύ
.
élu
σημαίνει στα ελληνικά
εκλεγμένος / αιρετός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- élu : εκλεγμένος αξιωματούχος
- AEM / Association européenne des élus de montagne : Ευρωπαϊκή Ένωση Εκλεγμένων Αντιπροσώπων Ορεινών Περιοχών
- Président élu : εκλεγείς Πρόεδρος
- domicile élu : τόπος επιδόσεων / διεύθυνση αντικλήτου
- Président élu / Président élu de la Commission : ο εκλεγείς ως Πρόεδρος της Επιτροπής
- élu municipal : δημοτικός ή κοινοτικός εκπρόσωπος
- élu municipal : δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος
- futur président / président nouvellement élu : ο εκλεγείς πρόεδρος
- élu non national : υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος εκλέγεται
- élu du personnel : εκλεγμένος εκπρόσωπος του προσωπικού
Subscribe
0 Comments


