Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

émerger στα ελληνικά
émerger
λέγεται
εμερζέ
.
émerger
σημαίνει στα ελληνικά
αναδύομαι / ξεπροβάλλω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- émergent : δένδρον του οποίου η κορυφή υπερέχει της συγκωμώσεως της συστάδος
- pays émergent / pays à économie émergente : χώρα αναδυόμενης οικονομίας / χώρα με αναδυόμενη οικονομία
- seuil émergent : σημείο καθαρού τόνου
- marché émergent : αναδυόμενη αγορά
- économie émergée : αναδυθείσα αγορά
- émerger fortement : εξέχω πολύ
- mauvaises herbes émergées / mauvaises herbes amphibies : αμφίβια ζιζάνια / αναδυόμενα ζιζάνια
- plantes aquatiques émergées : επιφανειακά υδρόβια φυτά
Subscribe
0 Comments


