Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

émérite στα ελληνικά
émérite
λέγεται
εμερίτ
.
émérite
σημαίνει στα ελληνικά
πεπειραμένος / διακεκριμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
