Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

émissaire στα ελληνικά
émissaire
λέγεται
εμισέρ
.
émissaire
σημαίνει στα ελληνικά
απεσταλμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- effluent / émissaire : απαγωγός τάφρος / βραχίων ποταμού
- émissaire : απαγωγός κοίτη / υδατόρρευμα-αποδέκτης
- émissaire marin : εκροή στην θάλασσα
- exutoire en mer / émissaire marin : αποχέτευση στη θάλασσα / θαλάσσιος αγωγός αποχέτευσης
- émissaire à terre : υπόγειος συλλεκτήριος αγωγός εξόδου
- trous crâniens des veines émissaires : τρήμα του κρανίου από το οποίο διέρχεται αναστομωτικό φλέβιο
Subscribe
0 Comments


