Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

emploi στα ελληνικά
emploi
λέγεται
ανπλουά
.
emploi
σημαίνει στα ελληνικά
χρήση / απασχόληση / εργασία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- emploi / activité professionnelle : απασχόληση / οικονομική δραστηριότητα
- emploi : εμπλοκή
- emploi : απασχόληση/εργασία
- emploi : απασχόληση
- emploi : θέση
- emploi / utilisation du produit national : χρήση του εθνικού προïόντος
- EURES / réseau EURES : δίκτυο EURES / Ευρωπαϊκές Υπηρεσίες Απασχόλησης
- SYSDEM / Système Européen de Documentation sur l'Emploi : Ευρωπαϊκό σύστημα τεκμηρίωσης σχετικά με την απασχόληση
Subscribe
0 Comments


