Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

emporté στα ελληνικά
emporté
λέγεται
ανπορτέ
.
emporté
σημαίνει στα ελληνικά
παράφορος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- estamper / découper à l'emporte-pièce : τρυπώ με στιγέα
- pal / pic : λοστός / τριβέλι
- poinçonneuse / emporte-pièce : στιγεύς
- paye-emporte / payer-prendre : πληρωμή-παραλαβή
- emporte-pièce : μαχαίρι δερματοκοπής
- emporte-pièce : διατρητήρας
- emporte-pièces : τρυπητήρι / διατρητικό μηχάνημα
- vente à emporter : πωλήσεις σε πακέτο για το σπίτι
- glace à emporter : παγωτό που μεταφέρεται στο σπίτι
- pince perforatrice / poinçonneuse de tickets : διατρητήρας για τη διάτρηση εισητηρίων
Subscribe
0 Comments


