Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

emprise στα ελληνικά
emprise
λέγεται
ανπρίζ
.
emprise
σημαίνει στα ελληνικά
επήρεια / επιρροή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- emprise : απαλλοτριωμένος χώρος
- emprise : ζώνη απαλλοτρίωσης
- CES / taux d'emprise : ποσοστό κάλυψης
- emprise au sol : ολικές διαστάσεις δαπέδου
- emprise du canal : ζώνη διώρυγος
- limite d'emprise : όριο θέσης
- emprise de l'avion : γλυφή κυλίσεως τροχού αεροσκάφους
- emprises de la gare : περιοχή του σταθμού
- emprise des cylindres / espace entre cylindres : διάστημα μεταξύ κυλίνδρων
- emprise des submersions : κατακλυσμένη περιοχή
Subscribe
0 Comments


