Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

encensoir στα ελληνικά
encensoir
λέγεται
ανσανσουάρ
.
encensoir
σημαίνει στα ελληνικά
λιβανιστήρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
