Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enchères στα ελληνικά
enchères
λέγεται
ανσέρ
.
enchères
σημαίνει στα ελληνικά
πλειστηριασμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- taux d'enchères : πλειστηριαζόμενο ποσοστό δικαιωμάτων
- tour d'enchères : γύρος υποβολής προσφορών
- marché d'enchères / marché à la criée : δημοπρατική αγορά
- enchères inversées : αντίστροφη δημοπρασία
- enchère ascendante électronique / enchère ascendante à horloge électronique : δημοπρασία αυξανόμενου ρολογιού / δημοπρασία αυξανόμενου τιμήματος
- vente aux enchères : πλειστηριασμός / πωλήσεις με δημοπρασία
- cadran des enchères : δείκτης τιμών αγοράς
- fenêtre d’enchères : περίοδος υποβολής προσφορών
- enchère electronique : ηλεκτρονική δημοπρασία / ηλεκτρονικός πλειστηριασμός
- syndicat d'enchères : κοινοπραξία
Subscribe
0 Comments


