Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

enflammer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
enflammer
λέγεται
ανφλαμέ
.
enflammer
σημαίνει στα ελληνικά
αναζωπυρώνω / φλέγομαι / ερεθίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • enflammer : αναφλέγω
  • allumer / enflammer : πυροδοτώ
  • enflammer : να αναφλεχθεί
  • enflammé : φλεγμονώδης
  • aptitude a enflammer : δυνατότητα ανάφλεξης
  • Matière auto-échauffante; peut s’enflammer. / MUL : Αυτοθερμαίνεται: μπορεί να αναφλεγεί.
  • Peut s’enflammer sous l’effet de la chaleur. / MUL : Η θέρμανση μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά.
  • S’enflamme spontanément au contact de l’air. / MUL : Αυταναφλέγεται εάν εκτεθεί στον αέρα.
  • Peut s’enflammer ou exploser sous l’effet de la chaleur. / MUL : Η θέρμανση μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά ή έκρηξη.
  • la substance peut s'enflammer spontanément au contact de l'air : η ουσία μπορεί να αναφλεγεί αυτόματα σε επαφή με τον αέρα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments