Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enrhumer (s’) στα ελληνικά
enrhumer (s’)
λέγεται
σανρυμέ
.
enrhumer (s’)
σημαίνει στα ελληνικά
συναχώνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
