Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

enrichissant στα ελληνικά
enrichissant
λέγεται
ανρισισάν
.
enrichissant
σημαίνει στα ελληνικά
μορφωτικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- vin fortifié / vin enrichi en alcool : ενισχυμένο κρασί / οίνος ενισχυμένος
- aliment enrichi / aliment fortifié : εμπλουτισμένα τρόφιμα
- uranium enrichi : εμπλουτισμένο ουράνιο
- uranium enrichi : εμπλουτισμένο ουράνιο / ουράνιο εμπλουτισμένο
- riz dit enrichi : εμπλουτισμένο ρύζι
- isotope enrichi : εμπλουτισμένο ισότοπο
- aliment enrichi : εμπλουτισμένο τρόφιμο
- aliment enrichi / aliment fortifié : εμπλουτισμένο τρόφιμο
- concentré / minerai enrichi : εμπλουτισμένο μετάλλευμα / εμπλουτισμένο μετάλλευμα μεταλλουργίας
Subscribe
0 Comments


