Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ensemencer στα ελληνικά
ensemencer
λέγεται
ανσμανσέ
.
ensemencer
σημαίνει στα ελληνικά
σπέρνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- semer / ensemencer : σπέρνω / σπείρω
- semences / graines à ensemencer : σπόροι για σπορά
- champ ensemencé : σπαρμένος αγρός
- champ ensemencé : σπαρμένος αγρός / σπαρμένο αγροτεμάχιο
- machine à larder / machine à ensemencer : μηχανή εμβολιασμού
- surface cultivée / terrain labourable : καλλιεργούμενη γη / καλλιεργούμενη επιφάνεια
- moût à ensemencer : ζυθογλεύκος με ενοφθαλμισμό
- surface ensemencée : σπαρμένη επιφάνεια
- graine à ensemencer : σπόρος για σπορά
- surface à ensemencer : επιφάνεια προς σποράν
Subscribe
0 Comments


