Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

ensemencer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
ensemencer
λέγεται
ανσμανσέ
.
ensemencer
σημαίνει στα ελληνικά
σπέρνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • semer / ensemencer : σπέρνω / σπείρω
  • semences / graines à ensemencer : σπόροι για σπορά
  • champ ensemencé : σπαρμένος αγρός
  • champ ensemencé : σπαρμένος αγρός / σπαρμένο αγροτεμάχιο
  • machine à larder / machine à ensemencer : μηχανή εμβολιασμού
  • surface cultivée / terrain labourable : καλλιεργούμενη γη / καλλιεργούμενη επιφάνεια
  • moût à ensemencer : ζυθογλεύκος με ενοφθαλμισμό
  • surface ensemencée : σπαρμένη επιφάνεια
  • graine à ensemencer : σπόρος για σπορά
  • surface à ensemencer : επιφάνεια προς σποράν

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments