Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

entamer στα ελληνικά
entamer
λέγεται
ανταμέ
.
entamer
σημαίνει στα ελληνικά
αρχίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- engager des poursuites / entamer des poursuites : ασκώ δικαστική προσφυγή
- entamer des négociations : αρχίζουν διαπραγματεύσεις
- le travail a été entamé le : η εργασία άρχισε στις.....(ημερομηνία) / η εργασία ανελήφθη στις.....(ημερομηνία)
- rémunération du stagiaire entamant une formation professionnelle : αμοιβή ασκούμενου ο οποίος παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης
Subscribe
0 Comments


