Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

entortiller στα ελληνικά
entortiller
λέγεται
αντορτιγέ
.
entortiller
σημαίνει στα ελληνικά
περιστρέφω / στριφογυρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fils de chaîne entortillés : διπλοπερασμένες κλωστές
Subscribe
0 Comments


