Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

entraîneur στα ελληνικά
entraîneur
λέγεται
αντρενέρ
.
entraîneur
σημαίνει στα ελληνικά
προπονητής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- solvant / entraîneur : μέσο παράσυρσης
- entraîneur / moniteur de sport : προπονητής αθλητών / εκπαιδευτής αθλητών
- entraîneur / élément porteur : φορέας ραδιενεργού ιχνοστοιχείου
- entraîneur : φορέας
- entraîneur / pousse-toc : πείρος εμπλοκής / ασφαλιστικός πείρος
- queue / entraîneur : στέλεχος συγκράτησης
- entraîneur : σύστημα οδήγησης
- tenon / entraîneur : σφήνα ελκυσμού
- plateau toc / plateau à toc : κωδωνοειδές πλατώ πιέσεως
- aérateur / entraîneur d'air : αερακτικό υλικό
Subscribe
0 Comments


