Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

envol στα ελληνικά
envol
λέγεται
ανβόλ
.
envol
σημαίνει στα ελληνικά
πέταμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- envol / montée initiale : άνοδος
- envol / arrachage vertical : απογείωση
- envol : πρώτο πέταγμα
- envols / cendres folles : Πτητική τέφρα / ιπτάμενη τέφρα
- Planeur avec dispositif d’envol incorporé / motoplaneur : TMG / μηχανοκίνητο ανεμόπτερο περιήγησης
- trou de vol / trou d'envol : είσοδος / άνοιγμα της κυψέλης
- trou de vol / trou d'envol : οπή διαφυγής
- point d'envol : σημείο απογειώσεως
- trouées d'envol / zones de montée initiale : περιοχές ανόδου
- envol de ballast : παράσυρση έρματος
Subscribe
0 Comments


