Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

épaisseur στα ελληνικά
épaisseur
λέγεται
επεσέρ
.
épaisseur
σημαίνει στα ελληνικά
πάχος / πυκνότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- épaisseur : πάχος
- épaisseur / épaisseur de la lame : πάχος
- épaisseur / épaisseur curviligne au primitif : κυκλικό πάχος / πάχος οδόντος
- entretoise / rondelle d'épaisseur : αποστάτης / δακτύλιος απόστασης
- morsure / épaisseur présumée du copeau : εργαζόμενον βάθος οδοντωτής μεταδόσεως
- palmer / épaisseur KM : πάχος πέλματος / διαμέτρημα πέλματος
Subscribe
0 Comments


