Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

éphémère στα ελληνικά
éphémère
λέγεται
εφεμέρ
.
éphémère
σημαίνει στα ελληνικά
εφήμερος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- partage éphémère : εφήμερη διαμοίραση / εφήμερος διαμοιρασμός
Subscribe
0 Comments


