Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

éponger στα ελληνικά
éponger
λέγεται
επονζέ
.
éponger
σημαίνει στα ελληνικά
σκουπίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- éponges : σπόγγοι
- éponge / éponges : σπόγγοι / σπογγώδη
- SPO / éponges : σπόγγος
- éponge : σπογγώδες απόθεμα
- éponge : σπόγγος / σφουγγάρι
- luffa / éponge végétale : λούφα / τζούφα
- préréduits / éponge de fer : σπογγώδης σίδηρος
- tissu bouclé / tissu éponge : φλοκωτό ύφασμα / ύφασμα φλοκωτό
- tissu éponge : ύφασμα σπογγώδους υφής
Subscribe
0 Comments


