Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

épuisé στα ελληνικά
épuisé
λέγεται
επυιζέ
.
épuisé
σημαίνει στα ελληνικά
εξαντλημένος / κατάκοπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- épuisé : εξαντληθείς
- épuisé : εξαντλημένος
- usé / usagé : φθαρμένος / χρησιμοποιημένος
- écoper / épuiser : εκκένωση με αντλία
- épuiser : εξαντλώ, εξάντληση
- épuiser : εξαντλώ / απομειώνω
- lessive usée / lessive épuisée : υγρά απόβλητα πολτοποίησης
- levure épuisée / levure résiduelle : κατάλοιπο ζύμης
- catalyseur usé / catalyseur épuisé : απενεργοποιημένος καταλύτης / εξαντλημένος καταλύτης
- matière épuisée : εξαντλημένο υλικό
Subscribe
0 Comments


