Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

épuisé στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
épuisé
λέγεται
επυιζέ
.
épuisé
σημαίνει στα ελληνικά
εξαντλημένος / κατάκοπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • épuisé : εξαντληθείς
  • épuisé : εξαντλημένος
  • usé / usagé : φθαρμένος / χρησιμοποιημένος
  • écoper / épuiser : εκκένωση με αντλία
  • épuiser : εξαντλώ, εξάντληση
  • épuiser : εξαντλώ / απομειώνω
  • lessive usée / lessive épuisée : υγρά απόβλητα πολτοποίησης
  • levure épuisée / levure résiduelle : κατάλοιπο ζύμης
  • catalyseur usé / catalyseur épuisé : απενεργοποιημένος καταλύτης / εξαντλημένος καταλύτης
  • matière épuisée : εξαντλημένο υλικό

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments