Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

éroder στα ελληνικά
éroder
λέγεται
εροντέ
.
éroder
σημαίνει στα ελληνικά
διαβρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- éroder : ξύνω / γδέρνω
- sol érodé : διαβρωμένο έδαφος
- crête érodée : διαβρωμένη κορυφογραμμή
- crête très érodée : πολύ διαβρωμένη κορυφογραμμή
- cours d'eau charriant des sédiments de terrains érodés : ρεύμα λάσπης που προέρχεται από διάβρωση
Subscribe
0 Comments


