Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

escorte στα ελληνικά
escorte
λέγεται
εσκόρτ
.
escorte
σημαίνει στα ελληνικά
συνοδεία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- agent d'escorte / agent constituant l'escorte : συνοδεύων υπάλληλος
- avion d'escorte : αεροσκάφος συνοδείας
- avion d'escorte / avion d'accompagnement : αεροπλάνο συνοδείας / αεροσκάφος συνοδείας
- transit sous escorte : διέλευση υπό συνοδεία
- transit prévu sans escorte : διέλευση χωρίς συνοδεία
- hélicoptère d'escorte armé : οπλισμένο ελικόπτερο συνοδείας
- escorte pour les retours forcés : συνοδός αναγκαστικής επιστροφής
Subscribe
0 Comments


