Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

espionnage στα ελληνικά
espionnage
λέγεται
εσπιονάζ
.
espionnage
σημαίνει στα ελληνικά
κατασκοπία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- espionnage électronique / écoute téléphonique : υποκλοπή γραμμής
- espionnage industriel : βιομηχανική κατασκοπία
- renseignement transmissions / espionnage des télécommunications : πληροφορίες επικοινωνιών
- contre-espionnage britannique : ΜΣΥ / Μυστικές Στρατιωτικές Υπηρεσίες
Subscribe
0 Comments


