Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

essieu στα ελληνικά
essieu
λέγεται
εσιέ
.
essieu
σημαίνει στα ελληνικά
αξόνιο / άξονας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- essieu : άξονας τροχών
- essieu : άξονας τροχού
- essieu : άξονας
- axe / essieu : πείρος
- benne / remorque à un essieu : δίτροχος ρυμούλκα / μονοαξονική ρυμούλκα
- fusée / fusée d'essieu : άτρακτος
- boîte / boîte d'essieu : λιποκιβώτιο άξονα
- cabrage / déchargement d'essieu : αποφόρτιση ενός άξονα
- entraxe / écartement des essieux : διαξόνιο / απόσταση αξόνων
- porteur / essieu portant : φέρων άξονας
Subscribe
0 Comments


