Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

essor στα ελληνικά
essor
λέγεται
εσόρ
.
essor
σημαίνει στα ελληνικά
ανάπτυξη / ξεπέταγμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Essor-Est : Υπηρεσία για την Ανόρθωση της Ανατολικής Γερμανίας / Κοινοτική υπηρεσία για την ανόρθωση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης
- reprise cyclique / essor conjoncturel : οικονομική ανάκαμψη / ανάκαμψη της οικονομίας
- essor conjoncturel / relance conjoncturelle : οικονομική ανάκαμψη / ανάκαμψη της οικονομίας
- équipement nucléaire ESSOR : ΠΕΕ / πυρηνική εγκατάσταση Εσσόρ
Subscribe
0 Comments


