Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

établir στα ελληνικά
établir
λέγεται
εταμπλίρ
.
établir
σημαίνει στα ελληνικά
εγκαταστώ / αποκαθιστώ / καταστρώνω / καθιερώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- établir : καθορίζω τύπους χαρακτήρων
- établi : πάγκος / σκελετός
- établi / banc de travail : μπάγκος / πάγκος εργασίας
- établi : πάγκος / τραπέζι εργασίας
- accréditer / établir un accréditif : ανοίγω πίστωση
- NICE / Nomenclature des Industries établies dans les Communautés européennes : Oνοματολογία των βιομηχανιών που είναι εκγατεστημένες στις Eυρωπαïκές Kοινότητες(NICE)
- impôt fixé / impôt établi : καθορισμένος φόρος
- DCE / directive-cadre sur l'eau : ΟΠΥ / Οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα
- NICE / Nomenclature des Industries établies dans les Communautés européennes : NICE / Ονοματολογία των Εγκατεστημένων στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες Βιομηχανιών
- NICE / nomenclature des industries établies dans les Communautés européennes : Ονοματολογία των Βιομηχανιών που είναι εγκατεστημένες στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες
Subscribe
0 Comments


