Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étage στα ελληνικά
étage
λέγεται
ετάζ
.
étage
σημαίνει στα ελληνικά
πάτωμα / όροφος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étage : βαθμίδα
- étage / niveau : όροφος
- étage : στάδιο ενισχύσεως
- étage : όροφος δασοσυστάδος
- étagé : τοποθετημένος κατά οριζοντίους σειράς
- maille / maille inter-étage : ζεύξη
- cône / cône étage : κωνική τροχαλία / βαθμωτή τροχαλία
- étage T / étage temporel : T βαθμίδα / βαθμίδα T
- étage S / étage spatial : S βαθμίδα / βαθμίδα S
Subscribe
0 Comments


