Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étain στα ελληνικά
étain
λέγεται
ετέν
.
étain
σημαίνει στα ελληνικά
κασσίτερος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étain / MUL : κασσίτερος
- étain : κασσίτερος
- E512 / chlorure d'étain : E512 / χλωριούχος κασσίτερος
- E512 / dichlorure d'étain : E512 / διχλωριούχος κασσίτερος
- E512 / chlorure d'étain : Ε512 / χλωριούχος κασσίτερος
- SnS2 / sulfure d'étain artificiel : SnS2 / τεχνητό θειούχο κασσίτερου
- APPE / Association des pays producteurs d'étain : ΄Ενωση των χωρών που παράγουν κασσίτερο
- AIE / accord international sur l'étain : ITA / Διεθνής Συμφωνία κασσιτέρου
- TBT / tributylétain : TBT / τριβουτυλοκασσίτερος
- étamage / traitement par l'étain : επικασσιτέρωση
Subscribe
0 Comments


