Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étanchéité στα ελληνικά
étanchéité
λέγεται
ετανσειτέ
.
étanchéité
σημαίνει στα ελληνικά
στεγανότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étanchéité : στεγανότητα
- étanchéité : σύστημα στεγάνωσης
- étanchéité : στεγανή σύσφιξη
- étanchéité : σφίξιμο / στεγανότητα
- étanchéité / herméticité : αεροστεγανότητα
- waterstop / lame d'étanchéité : στεγανωτική ταινία
- coupure / parafouille : διάφραγμα
- auto-scellage / auto-étanchéité : αυτοστεγανοποíηση
- joint de tige / joint d'étanchéité entourant une tige mobile : σύνδεση στεγανοποίησης γύρω από κινητό άξονα
Subscribe
0 Comments


